13 Ιουλίου , 2017

Η ΣΥΜΒΟΛΗ ΤΩΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΙΤΩΝ ΣΤΟΝ ΑΓΩΝΑ ΤΟΥ 1821 – Tου πρέσβη ε.τ. Βασίλη Μούτσογλου

Η ΣΥΜΒΟΛΗ ΤΩΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΙΤΩΝ ΣΤΟΝ ΑΓΩΝΑ ΤΟΥ 1821 – Tου πρέσβη ε.τ. Βασίλη Μούτσογλου

ΤΑ ΤΡΙΑ ΛΑΘΗ ΛΑΘΗ ΤΟΥ ΤΣΑΒΟΥΣΟΓΛΟΥ ΣΤΗ ΘΡΑΚΗ

του Δρ. Ευριπίδη Στ. Στυλιανίδη

Βουλευτή Ροδόπης ΝΔ, Επίκουρου Καθηγητή Νομικής Ευρωπαϊκού Πανεπιστημίου Κύπρου και Μέλους της Επιτροπής Παρακολούθησης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Συμβουλίου της Ευρώπης

 ΤΑ ΝΕΑ 1.6.2021

Η Τουρκία επιδιώκει αγχωμένα να επιτύχει μια επιδέξια, αλλά εύθραυστη και επικίνδυνη ισορροπία εντυπώσεων ανάμεσα στα εξωτερικά και τα εσωτερικά μέτωπα που έχει δημιουργήσει η Κυβέρνηση Τ. Ερντογάν.
Στο εξωτερικό προσπαθεί να αποφύγει εκτός από τις κυρώσεις των ΗΠΑ τις ενδεχόμενες κυρώσεις και από την ΕΕ τον Ιούνιο. Θέλει να σπάσει τη διεθνή την απομόνωση της δείχνοντας διαλλακτικό πρόσωπο. Ωστόσο πίσω από τις ευγενείς δημόσιες τοποθετήσεις του Μ. Τσαβούσογλου (βλ. ΒΗΜΑ της Κυριακής) συνεχίζουν να κρύβονται εμμονές σε παράνομες αξιώσεις, αδιαλλαξία και μια παράλογη απειλή πολέμου (CASUS BELLI), αν η Ελλάδα ασκήσει πλήρως την εθνική κυριαρχία της.
Στο εσωτερικό μέτωπο χρησιμοποιεί για ακόμη μια φορά στην ιστορία τη Θράκη, επιδιώκοντας την εργαλειοποίηση της Μουσουλμανικής Μειονότητας. Ωστόσο αυτή τη φορά η επιτόπου επίσκεψη του Υπουργού Εξωτερικών της Τουρκίας δεν αφορούσε στην τοπική κοινωνία, ούτε καν στην ίδια τη Μειονότητα. Ήλθε μάλλον για να δημιουργήσει θετική εντύπωση στην εσωτερική του κοινή γνώμη χαϊδεύοντας τον εθνικισμό και τον αλυτρωτισμό και γι’ αυτό ακολουθήθηκε μόνο από Τούρκους δημοσιογράφους, αποκλείοντας στη Θράκη πλήρως τα Ελληνικά ΜΜΕ ακόμα και τα μειονοτικά. Επίσης δεν ήλθε για να συμβάλει στην ενίσχυση των δικαιωμάτων της Μουσουλμανικής Μειονότητας, αλλά για να την εργαλειοποιήσει προκειμένου να εκβιάσει ανταλλάγματα σε άλλους στόχους της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής. Γι’αυτό οι επαφές του δεν είχαν σχέση με την τοπική κοινωνία, αλλά εγκλωβίστηκαν στα φθαρμένα σύμβολα μιας ξεπερασμένης και αποτυχημένης πολιτικής του παρελθόντος, όπως πχ τους ψευτομουφτήδες, υποτιμώντας ακόμα και τους εκλεγμένους Βουλευτές.
Την επίσκεψη του Τούρκου ΥΠΕΞ στη Θράκη την χαρακτήρισε: α) Μια διπλωματική αστοχία, β) Ένα νομικό μπούμερανγκ και γ) Ένα πολιτικό λάθος.
α) Διπλωματική αστοχία: Είναι ότι επιδίωξε επίμονα τον «συλλογικό επαναπροσδιορισμό» της Θρησκευτικής Μουσουλμανικής Μειονότητας σε «Εθνική Τουρκική Μειονότητα». Αυτό συνιστά στην πράξη κατάλυση της Συνθήκης της Λοζάνης που η ίδια η Τουρκία συνδιαμόρφωσε και υπέγραψε. Κλονίζει ευθέως το διεθνές δίκαιο που διαμορφώθηκε μετά από δύο Παγκοσμίους Πολέμους. Απειλεί να δημιουργήσει παγκόσμιο ντόμινο αποσταθεροποίησης, ανοίγοντας την πόρτα σε εθνικισμούς και αλυτρωτισμούς που κατά κανόνα επιδιώκουν να χρησιμοποιήσουν τις μειονότητες, προκειμένου να ανατινάξουν την παγκόσμια τάξη, να ακυρώσουν τις διεθνείς συνθήκες απειλώντας ακόμα και την διεθνή Ειρήνη.
β) Νομικό μπούμερανγκ: Διότι «κουνά στην Ελλάδα το δάκτυλο» για μη εφαρμογή των αποφάσεων του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου(sic) λόγω της εκκρεμότητας της «Τουρκικής Ένωσης Ξάνθης», η Χώρα που είναι κατ’ εξοχήν εκτεθειμένη στους διεθνείς οργανισμούς για ωμές παραβιάσεις ανθρωπίνων και μειονοτικών δικαιωμάτων στο εσωτερικό της(Συμφωνία Κωνσταντινούπολης, φυλακίσεις Βουλευτών και δημοσιογράφων, Αγία Σοφία κλπ). Το κάνει δε αυτό χωρίς να αντιλαμβάνεται, ότι λόγω της αναγνώρισης από την Ελλάδα του Δικαιώματος Ατομικού Αυτοπροσδιορισμού (ΕΣΔΑ) είμαστε υποχρεωμένοι ως Δημοκρατία να προστατεύουμε, όχι μόνο τη Μουσουλμανική Μειονότητα στο σύνολο της, αλλά και τις ιδιαίτερες ταυτότητες «των Μειονοτήτων εντός της Μειονότητας», όπως είναι εκτός από τους Τουρκογενείς οι εθνοτικές ομάδες των Πομάκων και των Ρομά και εκτός των Σουνιτών, οι θρησκευτικές ομάδες των Αλεβιτών, των Μπεκτασήδων και των Παλαιομουσουλμάνων.
γ) Πολιτικό Λάθος: Είναι το άδειασμα που υπέστη η Τουρκική ηγεσία, τόσο από τη δημόσια αντίδραση των Ελλήνων Πομάκων όσο και από τις διεθνείς καταγγελίες των Ρομά στον ΟΗΕ και των Αλεβιτών στις Ισλαμικές Διασκέψεις για απόπειρα τουρκοποίησης τους.
Η επίσκεψη του Τούρκου ΥΠΕΞ στη Θράκη δυστυχώς δεν προσέθεσε τίποτε, ούτε στη μειονότητα, ούτε στις διμερείς σχέσεις, γιατί μετέφερε από τη γείτονα μια άλλη νοοτροπία καχυποψίας και μιζέριας που η Θράκη και η Ελλάδα την έχουν αφήσει πίσω τους εδώ και καιρό, όταν την Αρχή της Αμοιβαιότητας της Λοζάνης την μετεξέλιξαν σε Πολιτικές Θετικής Διάκρισης.
Στη Θράκη Χριστιανοί και Μουσουλμάνοι, όλοι μαζί, χτίσαμε μια Ανοιχτή Δημοκρατική Κοινωνία, Πρότυπο Σεβασμού των Ανθρωπίνων και Μειονοτικών Δικαιωμάτων, για την οποία είμαστε περήφανοι. Για μας οι μειονότητες στις ώριμες Δημοκρατίες δεν είναι πλέον πρόβλημα, αλλά πλούτος. Είναι γέφυρες επικοινωνίας, συνεννόησης και συνεργασίας με άλλους πολιτισμούς, αρκεί και η άλλη πλευρά να τις προσεγγίζει με σεβασμό και αντίστοιχη νοοτροπία.

Ο «ασθενής», η ανοχή και το μέλλον

Του Γιώργου Κακλίκη*
ΤΑ ΝΕΑ, 17/05/2021

Μετά τις εμμονές του τούρκου προέδρου όπως εκείνη να βλέπει πίσω από κάθε παραπέτασμα εσωτερικούς και εξωτερικούς εχθρούς να υποσκάπτουν τα «δίκαια» της Τουρκίας, είδαμε τη «θυμική» πολιτική του να καταλήγει στην απομάκρυνση της χώρας από  παλιούς  φίλους. Αίγυπτος, Ισραήλ, πολλοί Δυτικοί, τα Εμιράτα, η Συρία και τόσοι άλλοι βρίσκονται σήμερα μακριά του. Βλέποντας να κλονίζεται το οικοδόμημα μιας έξαλλης πολιτικής, ο ιδιόρρυθμος ηγέτης τροποποιεί την ερμηνεία των όρων «τιμή» και «περηφάνια», που διαρκώς επικαλείται, εκλιπαρώντας την ανασύσταση των χαμένων φιλιών. Σήμερα η Τουρκία του Ερντογάν, παρά την εικαζόμενη γεωπολιτική-οικονομική της αξία, γίνεται ξανά ο ασθενής της περιοχής. Η, παραδοσιακά, μεθοδικά προγραμματισμένη τουρκική εξωτερική πολιτική κατέληξε αλλοπρόσαλλη, που συνδυάζεται με πολιτική ανελευθερίας στο εσωτερικό της χώρας. Η μεγαλομανία όμως δείχνει να αγγίζει τα όριά της. Η οικονομία της μεγάλης χώρας παραπαίει, η πρωτότυπη πολιτική των επιτοκίων συγκρούεται με την πραγματικότητα, ο εικονικά απομακρυνθείς προεδρικός συγγενής επανακάμπτει στο πολιτικό προσκήνιο, ενώ οι κυβερνητικές μαριονέτες υπερβάλλουν σε ζήλο επαναλαμβάνοντας ακούραστα, για λόγους αυτοσυντήρησης, την επιθετική συνθηματολογία του αυθέντη τους.

Η εικόνα κουράζει πια τη διεθνή κοινότητα. Κουράζει και τον τούρκο πολίτη, ο οποίος διακρίνει πλέον πως οι ιδέες μεγαλείου και το επαναλαμβανόμενο μοτίβο δόξας και  ηρωισμού αποτελούν στην πραγματικότητα τη δωρεάν τροφή της Αγκυρας προς τις μάζες εκείνες που αρκούνται σε πρωτοβάθμιες σκέψεις πριν πλησιάσουν τις κάλπες. Μια τροφή που παύει να είναι ανεκτή από το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού της χώρας, το οποίο συνειδητοποιεί την προσβολή και τη γελοιοποίηση που υφίσταται με τις μισοτιμής διανομές ψωμιού και τη – μερίμνη του αυταρχικού καθεστώτος – δωρεάν προσφορά χιλιάδων τόνων πατάτας και κρεμμυδιών…

Ο τούρκος πρόεδρος αντιλαμβάνεται πλέον πως οι αντιδράσεις τρίτων χωρών στα προκλητικά ερεθίσματα της εξωτερικής πολιτικής του εγκυμονούν κινδύνους όχι μόνο για τα συμφέροντα της Τουρκίας αλλά και για τον ίδιο. Και, όπως φαίνεται, κοντά είναι η στιγμή που θα αισθανθεί πως και στο εσωτερικό της χώρας που κυβερνά με μαστίγιο οι αντιδράσεις θα πολλαπλασιάζονται. Με συνέπεια τα περιθώρια ισορροπίας του καθεστώτος να στενεύουν. Και όπως κάθε ευσυνείδητος ολιγάρχης, ασφαλώς και αυτός θα έχει εντοπίσει οδούς διαφυγής όταν τα πράγματα φθάσουν στο απροχώρητο. Και ας λέει πως  ήταν έτοιμος, από τότε που είχε αναλάβει τη διακυβέρνηση της Τουρκίας, για κάθε ενδεχόμενο, ακόμα και για τον θάνατο. Ο ηρωισμός αυτός δεν είναι παρά φενάκη. Η εξασφάλιση των προς το ζην για τα μετά την εξουσία χρόνια συνδυάζεται με εξασφάλιση τόπων καταφυγής, μακριά από τη μήνι λαού και αντιπάλων. Ωστόσο, η λύση αυτή, είτε εντοπίζεται σε κάποια φιλικά του καθεστώτα  είτε σε κάποια αδύναμη χώρα στην οποία προσφέρει «προστασία» επ’ ανταλλάγματι, θα παραμένει πάντα μια αβέβαιη βάση του ιδίου και του μέλλοντός του.

Μακρινή ή όχι μια τέτοια τροπή, σε αυτήν πρέπει να στρέψει η Δύση την προσοχή της. Μήπως και οι εξελίξεις οδηγήσουν τη σήμερα αποσυνάγωγη Τουρκία σε επιλογές που, πριν από όλους, την ίδια και τον λαό της  πρόκειται να ωφελήσουν, κι αμέσως μετά εκείνους που σήμερα, έστω και τυπικά, αποκαλεί συμμάχους.

*O Γιώργος Κακλίκης είναι πρέσβης επί τιμή, ειδικός σύμβουλος του ΕΛΙΑΜΕΠ


“Η επονείδιστη συρρίκνωση”

Του Γιώργου Κακλίκη*
ΤΑ ΝΕΑ, 10/05/2021

Οι πολιτικές κινήσεις της Άγκυρας άστοχα μάλλον χαρακτηρίζονται αναθεωρητικές. Αναθεωρητικός σταθμός στην τουρκική εξωτερική πολιτική υπήρξε το 1974 όταν ο Μπουλέντ Ετσεβίτ εκμεταλλεύθηκε την ευκαιρία για υλοποίηση σχεδιασμών που οδηγούσαν την αρχή της εξόδου της Τουρκίας από τα σύνορα που της είχε ορίσει η Συνθήκη της Λωζάννης. Μια δεκαετία πριν είχε εκδηλώσει  ενδιαφέρον για την Κύπρο, δημιουργώντας η ίδια την αφορμή με την εμπρηστική προβοκάτσια κατά της θεωρούμενης κατοικίας του Κεμάλ στη Θεσσαλονίκη. Κατάληξη, η «νύχτα των κρυστάλλων» των Ρωμιών της Κωνσταντινούπολης  (Σεπτέμβριος 1955) που αποτέλεσε την πρώτη σημαντική μεταπολεμική απόπειρα εκφοβισμού και ξεριζωμού της ελληνικής ομογένειας από την Τουρκία. Δεύτερο προσχεδιασμένο βήμα στις εστίες των ελληνορθόδοξων της Τουρκίας έγινε το 1964 όταν – με αφετηρία το Κυπριακό – η Αγκυρα, καταργώντας την υπογεγραμμένη το 1930 από τον Ελευθέριο Βενιζέλο και τον Μουσταφά Κεμάλ  «Σύμβαση περί Εγκαταστάσεως, Εμπορίου και Ναυτιλίας», προχώρησε στις απελάσεις των εγκατεστημένων στην Τουρκία Ελλήνων υπηκόων. Και, εγκαταλείποντας τις εστίες τους, οι Έλληνες της Κωνσταντινούπολης, της Ιμβρου και της Τενέδου ακολουθήθηκαν από δεκάδες χιλιάδες ρωμιών με τουρκική υπηκοότητα. Τους έδιωξε ο φόβος της επανάληψης των δεινών που τους είχε επιφυλάξει το τουρκικό κράτος στην περίοδο του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου. Όπως τα τάγματα εργασίας, τα μυστικά διατάγματα με βάση τα οποία χάνονταν ιδιοκτησίες και ο εξοντωτικός φόρος περιουσίας. Η ελληνική μειονότητα  στην Τουρκία μετράει πια λιγότερους από  5.000 Ρωμιούς.  Παρόμοια αντιμετώπιση των μουσουλμάνων της Θράκης ουδέποτε υπήρξε. Αν, σε άλλες εποχές, σημειώθηκαν κάποιες διοικητικές αδικίες, η Αθήνα εγκαινίασε το 1991 την πολιτική  ισονομίας και ισοπολιτείας έναντι των μουσουλμάνων Ελλήνων πολιτών που, σε αντίθεση με την ελληνορθόδοξη μειονότητα, δεν παρουσίασαν σημεία συρρίκνωσης ξεπερνώντας κατά πολύ σήμερα τις 100.000 ψυχές. Τη μειονότητα αυτή επιδιώκει να εκμεταλλευτεί ξανά η Άγκυρα εστιάζοντας κακόπιστα στο μέρος και όχι στο όλον προκειμένου να αμαυρώσει την Ελλάδα. Μια Ελλάδα που απέχει έτη φωτός από την  Τουρκία του Ερντογάν που και τους «αντιφρονούντες» εξευτελίζει με μαζικές διώξεις και τους Τουρκοκύπριους ποδηγετεί βάναυσα. Μέσα σ’ αυτό το κλίμα  ζόφου, ο πρόεδρος της Τουρκίας, άλλοτε πιέζοντας τους αρχηγούς των διαφόρων θρησκειών στη χώρα του να μιλούν για «ελευθερίες» και «ακώλυτη άσκηση λατρείας» και άλλοτε προσκαλώντας τους στο «Ιφτάρ» μαζί του, πιστεύει πως δημιουργεί θετική εικόνα για τη χώρα του. Δύσκολα όμως πείθει.

Με το κεφάλαιο «Τουρκία» να προβληματίζει τη Δύση, πολλοί αναλυτές παρατηρούν πως οι οψέποτε διάδοχοι του τούρκου προέδρου και στις επεκτατικές του υποθήκες θα μείνουν προσηλωμένοι και ένα διαφοροποιημένο δυτικοφανές προσωπείο θα παρουσιάσουν στην Ουάσιγκτον και τις Βρυξέλλες. Βέβαιοι πως θα ερεθίσουν τα αντανακλαστικά ασφάλειας της Δύσης που πιστεύει ακόμα στη χρησιμότητα του τουρκικού οικοπέδου και της τουρκικής αγοράς. Η ουσία όμως δεν έγκειται στη χρησιμότητα αλλά στη φερεγγυότητα της Άγκυρας που φάνηκε ανύπαρκτη με τη σύμπλευση όλης σχεδόν της  αντιπολίτευσης με τους επεκτατικούς σχεδιασμούς Ερντογάν. Μια σύμπλευση που κλόνισε την εικόνα της φιλοδυτικής Τουρκίας αλλά και την ελπίδα πως η ευρωπαϊκή προοπτική θα της άνοιγε δρόμους για εγκατάλειψη της πολιτικής της καταδυνάστευσης των μειονοτήτων, των απειλών πολέμου και για ένα κόσμο ειρηνικής συνύπαρξης.

*O Γιώργος Κακλίκης είναι πρέσβης επί τιμή, ειδικός σύμβουλος του ΕΛΙΑΜΕΠ


Οι σφαγές των Ελλήνων το 1821 στην Κωνσταντινούπολη

Του Αντώνη Λαμπίδη

Γενικού Γραμματέα του Συλλόγου Κωνσταντινουπολιτών

 

Συμπληρώθηκαν διακόσια χρόνια από την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης το 1821. Ο Ελληνισμός αλλά και ολόκληρη η ανθρωπότητα τιμά τους ήρωες που έδωσαν τον υπέρ πάντων αγώνα για την Ελευθερία.

Ο απαγχονισμός του Πατριάρχη Γρηγορίου Ε΄. Αγνώστου ζωγράφου. 2ο ήμισυ του 19ου αι.

 Η Κωνσταντινούπολη διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στην προετοιμασία και την έναρξη της Επανάστασης. Ήδη, από το 1918, η Φιλική Εταιρεία που ιδρύθηκε το 1814 στην Οδησσό από τους Αθανάσιο Τσακάλωφ, Νικόλαο Σκουφά και Εμμανουήλ Ξάνθο, έχει έδρα της την Κωνσταντινούπολη. Η μεσαία τάξη και οι έμποροι της ελληνικής διασποράς αγκαλιάζουν με ενθουσιασμό το πατριωτικό εγχείρημα και συμπαραστέκονται υλικά και ηθικά σε αυτό. Για την αποκάλυψη των σχεδίων των Φιλικών στον Σουλτάνο Μαχμούτ Β΄, έως τότε ανυποψίαστο για τις προθέσεις τους, και την επαπειλούμενη σφαγή των Ελλήνων, μεταφέρουμε χαρακτηριστικά αποσπάσματα από το σύγγραμμα του Διονυσίου Α. Κοκκίνου, «Η Ελληνική Επανάστασις» (1).

«Είπομεν ότι ο Αλή πασσάς πληροφορηθείς τα της Εταιρείας, τά διεμήνυσεν αμέσως εις τον σουλτάνον, ζητών αμνηστίαν, με την υπόσχεση να ανακάλυψη και να εξαφανίση ολόκληρον το μυστικόν επαναστατικόν δίκτυον των Φιλικών ή να καταστείλη την επανάστασιν αν εξερρηγνύετο αμέσως, αλλά δεν έγινε πιστευτός. Ο Μαχμούτ ενόμισε ότι επρόκειτο περί των συνήθων ραδιουργιών του Αλή. … Αλλά τον Ιανουάριον του 1821 έφεραν εις τον Μαχμούτ τας επιστολάς του Υψηλάντη προς τον Αλή πασσάν, που ευρήκαν επί του δολοφονηθέντος Υπάτρου. Η οργάνωσις του ελληνικού κινήματος απεκαλύφθη. … Δεν υπήρχεν αμφιβολία ότι μερικοί Έλληνες ετοίμαζαν επανάστασιν. Αλλ’ αυτοί ήσαν άραγε πολλοί; Θα έκαναν πράγματι την μωρίαν να κινηθούν κατά της αυτοκρατορίας; Η Πύλη οπωσδήποτε δεν εφάνη ότι έδωσε μεγάλην σημασίαν εις τα αποκαλυφθέντα. Ολίγον αργότερα, ένας “Ελλην, ο Ασημάκης Θεοδώρου, κατήγγειλεν εις την Πύλην ότι η ελληνική επανάστασις, η οποία θα εκηρύσσετο ταχύτατα, είχεν ως πρώτον της σχέδιον την καταστροφήν του τουρκικού στόλου και την δια ταραχών κατάληψιν της Κωνσταντινουπόλεως.

Το σχέδιον της συνωμοσίας, που ήτο πραγματικόν, εξετέθη εις την Πύλην. Ονόματα δεν εξηκριβώθησαν, αλλά κατηγγέλθη ότι συμμετείχαν εις την συνωμοσίαν οι ισχυρότεροι Φαναριώται. Αυτά εκοινολογήθησαν και εδημιουργήθησαν αμέσως αλλόκοτοι φήμαι: Ότι πολλά σπίτια ελληνικά είχαν μεταβληθή εις αποθήκας όπλων, ότι είχαν σκαφή υπό τα δημόσια και τα σουλτανικά κτίρια υπόνομοι, ότι θα εφονεύετο ο σουλτάνος και όλοι οι αξιωματικοί και ισχυροί  Τούρκοι ταυτοχρόνως. Ο Μαχμούτ, κατάπληκτος προ της αποκαλύψεως, απεφάσισε να λάβη ταχύτατα μέτρα προς εκμηδένισιν της συνωμοσίας προ της εκτελέσεως του σχεδίου της. Η Υψηλή Πύλη υποψιάστηκε ότι η Φιλική Εταιρεία στόχευε στη διάσπαση και διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας… Ο τουρκικός λαός της Κωνσταντινουπόλεως ευρίσκετο ήδη εις αναβρασμόν. Εκυκλοφόρει η φήμη ότι οι Έλληνες εσκόπευαν να σφάξουν όλους τους Τούρκους. Εμαίνοντο λοιπόν κατά του Ελληνικού στοιχείου της Πόλεως και κυρίως κατά του Φαναρίου».

Στις οικογένειες των Φαναριωτών υπήρξε μεγάλη αναταραχή. Ο Σουλτάνος διέταξε τον Πατριάρχη να καταρτίσει κατάλογο με τα ονόματα, τον τόπο καταγωγής και τα επαγγέλματα  των Ελλήνων που διέμεναν στο Φανάρι, ώστε η Πύλη να δημιουργήσει κατάλογο ομήρων.

Δεν άργησε λοιπόν να ξεκινήσουν σφαγές Ελλήνων και επιθέσεις εναντίον οικιών και καταστημάτων από τον εξαγριωμένο τουρκικό όχλο στις οδούς της Πόλης. Στα χρονικά εκείνης της θυελλώδους εποχής αναφέρονται και οι εθνομάρτυρες Τζιραίοι, ο πατέρας Στέφανος Τζίρας ή Τσιράς και ο γιος του Αντώνιος Τζιράς, οι οποίοι συνελήφθησαν στην Κωνσταντινούπολη από τους Τούρκους και αποκεφαλίστηκαν, ενώ τον Δημήτριο Παπαρρηγόπουλο, τραπεζίτη του πρώην ηγεμόνα της Μολδοβλαχίας Αλεξάνδρου Σούτσου, τον κρέμασαν από το παράθυρο του σπιτιού του.

Ο αποκεφαλισμός του Μεγάλου Διερμηνέως Κωνσταντίνου Μουρούζη, προάγγελος του απαγχονισμού του Οικουμενικού Πατριάρχη Γρηγορίου Ε΄

Ο Κωνσταντινουπολίτης διακεκριμένος λόγιος Επαμεινώνδας Ι. Σταματιάδης (1835 – 1901) αναφέρει:

«…Η αποτυχούσα εν ταις παριστρίοις ηγεμονίαις επανάστασις, είχε λάβει εν Πελοποννήσω ανάπτυξιν μεγίστην, η δε Πύλη μένεα πνέουσα κατά των ανταρτών εσχεδιάζε φρικώδη εκδίκησιν, αρχομένη από την σφαγήν των εν Κωνσταντινουπόλει Ελλήνων. Το σχέδιον τούτο μαθών ο αείμνηστος πατριάρχης Γρηγόριος, απελθών εις την οικίαν του Κωνσταντίνου Μουρούζη… συνεβούλευσε και προέτρεψεν αυτόν εις φυγήν. «Άφες εις εμέ, έλεγε προς αυτόν ο σεβάσμιος ιεράρχης, να πληρώσω εγώ την εκδίκησιν του τυράννου… Ο Κ. Μουρούζης απάντησε: «Ας θυσιασθώ εγώ, δέσποτά μου, αλλ΄ ας σωθώσιν οι αθώοι, ας σωθεί το έθνος».

Ο απαγχονισμός του Πατριάρχη Γρηγορίου Ε΄. Αγνώστου ζωγράφου. 2ο ήμισυ του 19ου αι.

«…΄Ητο μεγάλη δευτέρα της αγίας εβδομάδος των παθών, Τετάρτη δε του μηνός Απριλίου, καθ΄ ην ο μέγας διερμηνεύς κατέβη εκ της εν Θεραπείοις οικίας αυτού εις Κωνσταντινούπολιν δι΄ υπηρεσίαν, έχων πάντοτε υπ΄ όψιν ότι κατέβαινεν εις θυσιαστήριον». Στην πόρτα των υπουργείων του έστησαν επίβουλη παγίδα, επιδίδοντάς του επιστολή με την υπογραφή του Αλεξάνδρου Υψηλάντη. Εκείνος κατάλαβε την δολιότητα και διαμαρτυρήθηκε στο υπουργείο Εξωτερικών. Τότε, τον αρπάζει ο δήμιος και τον οδηγεί ενώπιον του σουλτάνου. Ο Κ. Μουρούζης τον κοίταξε κατάματα και του είπε στην οθωμανική γλώσσα: «Σουλτάνε αιμοβόρε ! Σουλτάνε άδικε ! Σουλτάνε άθλιε ! η τελευταία της βασιλείας ώρα σου ήγγικεν, αι ωμότητες σου τιμωρηθήσονται, ο δε Θεός εκδικήσει το Ελληνικόν έθνος» (2). Αμέσως, ο δήμιος  τον αποκεφάλισε και πέταξε το σώμα του στη θάλασσα.  ‘Ήταν μόλις 32 ετών. Στις 6 Μαΐου σφαγιάστηκε και ο αδελφός του Νικόλαος Μουρούζης, ο τελευταίος διερμηνέας του Στόλου.

Την Κυριακή του Πάσχα, 10 Απριλίου 1821, ο Οικουμενικός Πατριάρχης Γρηγόριος Ε΄ οδηγήθηκε στην αγχόνη. Επί τρεις ημέρες παρέμεινε κρεμασμένος. Το τίμιο λείψανο παραδόθηκε στον όχλο και στη συνέχεια το έρριψαν στη θάλασσα.

Ο απαγχονισμός του πατριάρχη ερμηνεύθηκε από τον φανατικό όχλο σαν το πράσινο φως για να σφαγιάσουν τους Έλληνες.  Γι’ αυτό τον λόγο, οι διωγμοί εναντίον του ελληνικού πληθυσμού της Κωνσταντινούπολης εντάθηκαν. Στις 22 Απριλίου, τουρκικός όχλος λεηλάτησε 13 ναούς, ενώ τον Μάιο προχώρησε και σε ομαδικές εκτελέσεις. 500 επαγγελματίες της Πόλης, καταγόμενοι από την Πελοπόννησο, αφού τους συγκέντρωσαν σε ένα πλοίο, τους έπνιξαν στη θάλασσα έξω από τη Νικομήδεια.

Οι Έλληνες της Κωνσταντινούπολης με καρτερία υπέμειναν τους σκληρούς διωγμούς χωρίς να υποκύψουν. Δυστυχώς, οι ξένες Δυνάμεις ατάραχες και απαθείς παρακολουθούσαν τους διωγμούς και τις σφαγές των αμάχων.

Αυτή η μαύρη σελίδα του Ελληνισμού της Κωνσταντινούπολης θα μείνει ανεξίτηλη στη μνήμη όλων, υπενθυμίζοντας το χρέος μας στην υπεράσπιση και διαφύλαξη της Ελευθερίας του Γένους.

 

  • Διονυσίου Α. Κοκκίνου, «Η Ελληνική Επανάστασις», Αθήνα, 1956, τόμος Α΄, σελ. 363-365.

 

  • Επαμεινώνδα Ι. Σταματιάδου. Βιογραφίαι των Ελλήνων μεγάλων διερμηνέων του Οθωμανικού κράτους, Αθήνησι, 1865, σελ. 182-184.

 


6 / 7 Σεπτεμβρίου ’55 – Μήνας τραγικής μνήμης για τον Ελληνισμό της Πόλης. Μέρες καταισχύνης για τον παγκόσμιο πολιτισμό και την ιστορία της Τουρκίας

Του Αντώνη Χ. Λαμπίδη

Γενικού Γραμματέα του Συλλόγου Κωνσταντινουπολιτών

 

Μόλις συμπληρώθηκαν 62 χρόνια από την εφιαλτική νύχτα τρόμου που έζησε ο ελληνισμός της Βασιλεύουσας με την απίστευτη σε έκταση καταστροφική μανία και πρωτοφανή θηριωδία του καθοδηγούμενου από τις κρατικές αρχές τουρκικού όχλου αλλά και με την ένοχη σιωπή του «πολιτισμένου» δυτικού κόσμου.

Ο μήνας Σεπτέμβριος είναι σημαδεμένος από την τραγική μνήμη της φρικιαστικής εκείνης νύχτας του ’55 στην Κωνσταντινούπολη. Βουβάθηκαν τα λόγια μας, τα δάκρυα στέρεψαν, οι πληγές έμειναν ανοικτές και πυορροούν.

Ο διακεκριμένος Τούρκος δημοσιογράφος Orhan Kemal Cengiz, σε άρθρο του στο φύλλο της ηλεκτρονικής αγγλικής έκδοσης της εφημερίδας ΖΑΜΑΝ με ημερομηνία 28 Ιουνίου 2012, αναφέρεται σε συνέντευξη  του στρατηγού ε.α., Sabri Yirmibeşoğlu, ο οποίος δήλωσε ότι τα Σεπτεμβριανά οργανώθηκαν άριστα και εξετελέσθησαν με απόλυτη επιτυχία από τη Διεύθυνση Ειδικών Επιχειρήσεων (Özel Harp Dairesi), δηλ. το 3ο Γραφείο του Γενικού Επιτελείου Στρατού της Τουρκίας. Στις δίκες που διεξήχθησαν τότε κατά ανωτάτων επιτελών του Τουρκικού Στρατού αποκαλύφθηκε ότι ένα ειδικό τμήμα του 3ου Γραφείου του Γενικού Επιτελείου Στρατού της Τουρκίας, εντός των Ειδικών Δυνάμεων (Özel Kuvvetler), δημιουργήθηκε από τον στρατηγό του Τουρκικού Γενικού Επιτελείου Hurşit Tolon το 1993 με την ονομασία Τμήμα Εθνικής Στρατηγικής και Επιχειρήσεων (Turkiye Ulusal Stratejiler ve Hareket Dairesi-TUSHAD), συνεχίζοντας το έργο της Διεύθυνσης Ειδικών Επιχειρήσεων και το οποίο σε συνεργασία με την διαβόητη οργάνωση Ergenekon ευθύνεται για δολοφονίες Χριστιανών (βλ. σφαγή Καθολικών ιεραποστόλων στη Μαλάτεια και αλλού),

Το γεγονός αυτό αποδεικνύει και επιβεβαιώνει ότι διαχρονικά μέσα στους κόλπους της στρατιωτικής ηγεσίας της γείτονος δραστηριοποιούνται θύλακες κρούσεως με στόχο την οριστική εξόντωση των μη-μουσουλμανικών μειονοτήτων στην Τουρκία. Ακόμη και σήμερα κανείς δεν μπορεί να διαβεβαιώσει ότι τέτοιες επιχειρησιακές ομάδες έχουν οριστικά εξαρθρωθεί, διότι ακριβώς αποτελούν συστατικό μέρος της κυρίαρχης πολιτικής της Τουρκίας έναντι των μειονοτήτων, παρά τα αντιθέτως ισχυριζόμενα.

Τα Σεπτεμβριανά αποτελούν την κορύφωση της μαρτυρικής πορείας του Ελληνισμού της Πόλης, που χρονικά ξεκίνησε με την επανάσταση των ντονμέδων Νεοτούρκων το 1908.

Αφού επικράτησαν, άρχισαν μια συστηματικά μεθοδευμένη πολιτική εξόντωσης και αφανισμού των μη μουσουλμανικών πληθυσμών και ιδιαίτερα των ελληνικών. Οι Νεότουρκοι, εγκαταλείποντας τον Οθωμανισμό, όπως αυτός εκφραζόταν από την Πύλη, ασπάσθηκαν το δόγμα του τουρκισμού που αποσκοπούσε στην ίδρυση αμιγούς εθνικού τουρκικού κράτους.

Ακολούθησαν την περίοδο 1912 – 1918 οι μαζικές γενοκτονίες των Αρμενίων και Ποντίων, οι φοβερές διώξεις των Ελλήνων της Ανατολικής Θράκης, τα καταναγκαστικά έργα χιλιάδων προγόνων μας που άφησαν τα κόκκαλα τους στα βάθη της Ανατολίας.

Το 1922 στιγματίζεται με την Μικρασιατική Καταστροφή.

Αφ΄ ότου εξοντώθηκε ο Μικρασιατικός Ελληνισμός, ήρθε η σειρά του Κωνσταντινουπολίτικου Ελληνισμού. Το σύνθημα της εποχής εκείνης που φανάτιζε τα άξεστα πλήθη είχε ριφθεί: «Καλύτερα Πόλη χωρίς δημιουργικότητα και πνευματικότητα, παρά Πόλη με Έλληνα». Το σατανικό σχέδιο εξόντωσης σε πλήρη εφαρμογή.

Το 1928, τα Ταταύλα παραδίνονται στις φλόγες –  «πρόβα τζενεράλε» των όσων έπονται.

Το 1932 εκδίδεται Νόμος που απαγορεύει την άσκηση πολλών επαγγελμάτων από Έλληνες υπηκόους. Έτσι, πολλοί αναγκάστηκαν σε φυγή.

Το 1941, οι διαβόητες «20 ηλικίες». Κλήθηκαν να καταταγούν στα Τάγματα Εργασίας, με το πρόσχημα να εκτελέσουν έργα οδοποιίας στην Ανατολή, οι γεννηθέντες μεταξύ των ετών 1894 και 1913. Οι φοβερές κακουχίες σε πολικές θερμοκρασίες των  -30 0C οδήγησαν στον μαρτυρικό θάνατο χιλιάδες προγόνων μας. Ταυτόχρονα, ψηφίζεται ο Νόμος περί εφάπαξ φορολογίας της περιουσίας, το αποκαλούμενο «Βαρλίκ». Όσοι δεν μπόρεσαν να πληρώσουν το δυσβάσταχτο χαράτσι, είδαν τις περιουσίες τους να κατάσχονται και οι ίδιοι να εκτοπίζονται πέραν κάθε έννοιας δικαίου.

Το 1955, τα Σεπτεμβριανά ήταν ο τρομερός τυφώνας που σάρωσε στο πέρασμά του, μέσα σε λίγες ώρες, τους κόπους και κατέστρεψε τις ζωές χιλιάδων Κωνσταντινουπολιτών.

 

 Ο τραγικός απολογισμός της απίστευτης θηριωδίας

Καταστρέφονται, λεηλατούνται και πυρπολούνται από τον μαινόμενο όχλο:

4.359 εμπορικά καταστήματα

110 εστιατόρια

21 εργοστάσια

27 φαρμακεία

11 κλινικές

12 ξενοδοχεία

2.104 οικίες

26 ελληνικά σχολεία

5 γραφεία και εγκαταστάσεις Αθλητικών Συλλόγων

3 γραφεία και πιεστήρια των ομογενειακών εφημερίδων

73 εκκλησίες

37 Έλληνες νεκροί και άγνωστος αριθμός όσων κατέληξαν στα νοσοκομεία

600 τραυματίες και κακοποίηση δεκάδων κληρικών

300 βιασμοί Ελληνίδων (εξακριβωμένοι)

Οι τάφοι των Οικουμενικών Πατριαρχών και τα μνήματα των μεγάλων ευεργετών στον αυλόγυρο της Ιεράς Μονής της Ζωοδόχου Πηγής δέχονται την λυσσαλέα επίθεση του όχλου που ξεθάβει τα οστά των κεκοιμημένων και τα σκορπάει στους δρόμους. Στο ελληνικό νεκροταφείο του Σισλί, ομάδες βανδάλων καταστρέφουν με βαριοπούλες και κασμάδες τάφους, σκάβουν τους πιο πρόσφατους μαχαιρώνοντας και τεμαχίζοντας τους νεκρούς.

Η ομογένεια της Κωνσταντινούπολης δεν αντέχει πια άλλο. Γονατίζει κάτω από τα συνεχή κι ανελέητα χτυπήματα. Οι ελάχιστοι εναπομείναντες προσπαθούν να ανασυνταχθούν και να διατηρήσουν ο,τιδήποτε δεν έχει χαθεί ακόμη ανεπιστρεπτί. Ξένοι και εχθροί, «επικίνδυνοι για τη δημόσια ασφάλεια» μέσα στην ίδια τους την πατρίδα ! Χωρίς καμιά βοήθεια, χωρίς καμιά υλική και ηθική συμπαράσταση από το ελληνικό κράτος αλλά και τη διεθνή κοινότητα.

Οι απελάσεις του 1964 υπήρξαν η χαριστική βολή κατά του Πολίτικου Ελληνισμού. Ολοκλήρωσαν το αίσχος και το έγκλημα του εθνικού ξεκαθαρίσματος. Έκτοτε, χιλιάδες συμπολίτες μας εγκαταλείπουν τη Βασιλεύουσα για να σώσουν, τουλάχιστον, τη ζωή τους. Οι εκκλησιές μας, που πλημμύριζαν και στον αυλόγυρο ακόμα, αρχίζουν να ερημώνουν. Τα σχολειά μας χωρίς πια μαθητές αρχίζουν να κλείνουν το ένα μετά το άλλο και όσα απομένουν μαραζώνουν.

Και όμως, όσα χτυπήματα και αν δεχθήκαμε, στεκόμαστε όρθιοι. Έστω και λιγοστοί πια, αλλά με ατσαλένια θέληση για ζωή και δημιουργία, συνεχίζουμε τις παραδόσεις και την πνευματικότητα της Πόλης μας.

Εμείς οι Έλληνες δεν πρέπει να εφησυχάζουμε με κάποιες παραχωρήσεις του Τουρκικού Κράτους προς την Ομογένεια και το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Επισημαίνουμε ότι όλες θα αποτελέσουν διαπραγματευτικά χαρτιά της Τουρκίας για πολύ σημαντικότερες παραχωρήσεις ελληνικών δικαιωμάτων.

Είναι ιδιαίτερα ανησυχητικό ότι στον τόπο μας επιχειρείται από γνωστούς εθνομηδενιστικούς κύκλους η γενοκτονία της μνήμης. Γίνονται τα πάντα για να εξαλειφθεί από τη νεότερη γενιά η ιστορική μνήμη. Η νέα τάξη πραγμάτων θέλει να δημιουργήσει άτομα χωρίς φρόνημα, θάρρος και αυτοπεποίθηση. Άβουλα όργανα μιας αλλοτριωμένης κοινωνίας.

Γι΄ αυτό, εμείς οι Κωνσταντινουπολίτες αλλά και ολόκληρος ο Ελληνισμός πρέπει να επαγρυπνούμε και να δίνουμε καθημερινά τη μάχη μας, αγωνιζόμενοι με σθένος για την πλήρη αποκατάσταση των απαράγραπτων δικαίων μας._

 


 

Το βυζαντινό παρελθόν της Κωνσταντινούπολης: Οδοιπορικό στα περίφημα Πριγκιπόννησα και στα ελληνορθόδοξα μοναστήρια

Του Αλέξη Αλεξανδρή

ΕΣΤΙΑζω , 5 (8 Ιουλίου2017) 90 – 94

Είναι άξιον απορίας το πώς κάθε Έλληνας που επισκέπτεται τη σημερινή Κωνσταντινούπολη, μια από τις μεγαλύτερες πόλεις του κόσμου με τουλάχιστον 20 εκατομμύρια σχεδόν αποκλειστικά μουσουλμανικό πληθυσμό,  βιώνει μια μοναδική εμπειρία σύνδεσης και αναζωογόνησης της ελληνορθόδοξης ψυχής και της βυζαντινο-ρωμαίικης ιστορικής του καταβολής.  Το πλέον παράδοξο έγκειται στο γεγονός ότι μέσα σε ένα βαθιά τούρκικο και ισλαμικό περιβάλλον, ο έλληνας επισκέπτης ζει μια συγκλονιστική εθνική συγκίνηση καθώς περνά από μια διαδικασία βιωματικής ανάτασης, αν όχι περαιτέρω ενίσχυσης της εθνοθρησκευτικής και πολιτισμικής του ταυτότητας. Και αυτό επειδή μέσα σε ένα περιβάλλον άναρχης δόμησης και οικοδομικού οργασμού με την ανέγερση μοντέρνων  ουρανοξυστών,  η Κωνσταντινούπολη διατηρεί ακόμη και σήμερα έντονα στοιχεία  από το βυζαντινό και μετα-βυζαντινό παρελθόν της. Μπορεί πλέον να έχει εξαφανιστεί το χριστιανικό στοιχείο που αποτελούσε το 1919 – 1922 σχεδόν το ήμισυ του πληθυσμού της πόλης που τότε μόλις ξεπερνούσε το ένα εκατομμύριο, αλλά μια βόλτα σήμερα στις συνοικίες όπου κατοικούσαν οι Έλληνες φέρνουν στη μνήμη περιόδους κατά τις οποίες η ρωμαίικη παρουσία δεν ήταν απλώς έντονη αλλά και κυρίαρχη. Το Πέρα, τα Ταταύλα, το Φανάρι, ο Γαλατάς, η Χαλκηδόνα, τα παραθαλάσσια χωριά του Βοσπόρου, τα Πριγκηπόννησα,  διατηρούν τις Ορθόδοξες εκκλησιές, τα αγιάσματα, τα κοιμητήρια, τα ελληνικά σχολεία, τα νοσοκομεία,  και τους μορφωτικούς και φιλανθρωπικούς συλλόγους.

Μεταξύ αυτών των προαστίων της Κωνσταντινούπολης, η συστάδα των εννέα νησιών της Προποντίδας, τα περίφημα Πριγκηπόννησα, που απέχουν λίγα μόλις μίλια από την Πόλη, κατέχουν μια ειδική μακραίωνη σχέση με τον ελληνισμό και της Ορθοδοξία. Πευκόφυτα και ειδυλλιακά,  τα τέσσερα μεγαλύτερα ήτοι η Πρίγκηπος/Büyükada, η Χάλκη/Heybeliada, η Αντιγόνη/Burgazada και η Πρώτη/Kınalıada, είχαν πάντα μόνιμο ρωμαίικο πληθυσμό, ως επί το πλείστον ψαράδες, ενώ  κατακλύζονταν τα καλοκαίρια από παραθεριστές και επισκέπτες. Τα υπόλοιπα πέντε νησιά του συμπλέγματος είναι ξερονήσια και μόνο η Αντιρόβυθος/Şedefada φιλοξενεί εποχιακούς παραθεριστές αποκλειστικά τους καλοκαιρινούς μήνες. Οι Τούρκοι αποκαλούν τα νησιά αυτά Kızıladalar δηλαδή ερυθρονήσια από τους ερυθρόχρωμους βράχους που αποτελούν σημείο κατατεθέν των μεγαλύτερων νησιών ακόμη και σήμερα. Στο παρελθόν όμως ήταν γνωστά στους Οθωμανούς κυρίως ως papazadaları/παπαδονήσια εξαιτίας των μοναστηριών και των σκητών που δέσποζαν στις κορυφές και στις βουνοπλαγιές τους.

Μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα όταν η αριστοκρατική κοινωνία της Πόλης άρχισε να οικοδομεί πολυτελέστατες θερινές κατοικίες, τα Πριγκηπόννησα κατοικούνταν αποκλειστικά από έλληνες οι οποίοι απολάμβαναν ένα ιδιόμορφο τοπικό σύστημα αυτοδιοίκησης με αιρετούς δημογέροντες και εφοροεπιτρόπους των εκκλησιαστικών κοινοτήτων τους. Υπήρχε επίσης μια άλλη αξιοσημείωτη ιδιαιτερότητα. Ήταν η μόνη περιοχή της Κωνσταντινούπολης όπου επετρέπετο η τέλεση δημόσιων θρησκευτικών εκδηλώσεων και οι καμπανοκρουσίες, καθώς  μέχρι το μεταρρυθμιστικό διάταγμα τανζιμάτ του 1856 απαγορεύονταν οι καμπάνες στις ελληνορθόδοξες εκκλησίες. Το σύνολο των ελληνορθόδοξων μονών της Κωνσταντινούπολης βρίσκονταν στα Πριγκηπόννησα, με μόνες  εξαιρέσεις τη μονή της Ζωοδόχου Πηγής στο Βαλουκλή που βρίσκεται εκτός των βυζαντινών τειχών της Πόλης, ενώ το μετόχι της  Ιεράς Μονής Σινά, τιμώμενο ἐπ’ ονόματι του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου, βρίσκεται στην περιοχή του Φαναρίου.

Μοναστήρια υπήρχαν σχεδόν σε κάθε ένα από τα εννέα νησιά επί Βυζαντίου που ουσιαστικά χρησίμευαν ως θλιβερός τόπος εξορίας και εκτοπισμού των εκθρονισμένων αυτοκρατόρων. Επί οθωμανικής αυτοκρατορίας,  οι Ορθόδοξες μονές συγκεντρώνονται στα τέσσερα κατοικημένα Πριγκηπόννησα στα οποία επετράπη η λειτουργία και μετά την επικράτηση του κεμαλικού εθνικιστικού καθεστώτος. Μακριά από τους μουσουλμάνους Οθωμανούς που σπάνια επισκεπτόταν τα νησιά αυτά, οι μοναχοί, ασκητές και ερημίτες έβρισκαν καταφύγιο, γαλήνη και ησυχία,  ανακαινίζοντας και συντηρώντας τα παλαιά βυζαντινά μοναστήρια. Ειδικά στους δύο ορεινούς όγκους της Χάλκης λειτούργησαν και στις περισσότερες περιπτώσεις συνεχίζουν να λειτουργούν μοναστήρια, με πρώτη την Μονή της Αγίας Τριάδος στο λόφο της Ελπίδας που σύμφωνα με την παράδοση η κτήση της συνδέεται με τον Ιερό Φώτιο στις αρχές του ένατου αιώνα. Από το 1844, στο χώρο της Μονής λειτουργεί θεολογική σχολή η οποία καταστρέφεται στο μεγάλο σεισμό του 1894 αλλά στη συνέχεια ανακαινίζεται από τον μεγάλο ευεργέτη του Γένους Παυλάκη Στεφάνοβίκ Σκυλίτση και ο διάσημος  αρχιτέκτονας της ρωμιοσύνης Περικλής Φωτιάδης προχωρά στην ανέγερση του μεγαλοπρεπούς οικοδομήματος της Ιεράς Θεολογικής Σχολής Χάλκης σε διάστημα λιγότερο των δύο ετών. Ως γνωστό, η  Ιερά Θεολογική Σχολή Χάλκης αναδείχθηκε σε κατ΄ εξοχήν φυτώριο ιεραρχών και θεολόγων του Οικουμενικού Πατριαρχείου και της Ορθόδοξης Εκκλησίας γενικότερα έως το 1971, όταν η τουρκική κυβέρνηση απαγόρευσε τη λειτουργία του. Σήμερα, ηγούμενος της Αγίας Τριάδος Χάλκης είναι ο λαμπρός φαναριώτης ιεράρχης και καθηγητής Θεολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης  Μητροπολίτης Προύσης Ελπιδοφόρος, ο οποίος έδωσε νέα πνοή και διάσταση στην πανάρχαια αυτή μονή.

Η  Ιερά Θεολογική Σχολή Χάλκης

Δυστυχώς, πολύ διαφορετική υπήρξε η εξέλιξη της δεύτερης σε σημασία μονής της Χάλκης, της Παναγίας Καμαριώτισσας. Ονομαστή από την εποχή της Ρωμανίας, με κτήτορα τον Αυτοκράτορα Ιωάννη Η΄ Παλαιολόγο (1423-1448),  η μονή αυτή θεωρείτο ένα από τα κυριότερα πνευματικά κέντρα της ελληνικής Ορθοδοξίας στον περίβολο της οποίας  βρίσκονται οι τάφοι δέκα πατριαρχών, φαναριωτών αρχόντων, ηγουμένων, μοναχών και καθηγητών. Ο ναΐσκος της Παναγίας Καμαριώτισσας ήταν μια από τις δύο βυζαντινές εκκλησίες που οι Οθωμανοί επέτρεψαν να παραμείνουν υπό τον έλεγχο των ρωμιών μετά την Άλωση και στον περιβάλλοντα χώρο της μονής ιδρύθηκε το 1831 το Ελληνικό Φροντιστήριο το οποίο αργότερα ονομάστηκε Ελληνοεμπορική Σχολή ή Σχολή των Ελλήνων Εμπόρων. Τα εντυπωσιακά ευρύχωρα κτίρια της Σχολής προξένησαν τον φθόνο των Τούρκων και το 1942, εν μέσω του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και την επιβολή του διαβόητου κεφαλικού φόρου βαρλίκ βεργκισί στους μη μουσουλμάνους της Τουρκίας, η Άγκυρα απαλλοτρίωσε το αχανές οικοδόμημα της Ελληνοεμπορικής Σχολής προκειμένου να στεγαστεί εκεί τουρκική ναυτική σχολή. Το ιστορικό τέμπλο, οι εικόνες, τα ιερά σκεύη ακόμη και η αργυρή επένδυση της Καμαριώτισσας μεταφέρθηκαν στη γειτονική Μονή της Αγίας Τριάδας, καθώς ύστερα από αιώνες αδιάκοπης λειτουργίας της από τους βυζαντινούς χρόνους έως το 1942, οι τουρκικές αρχές απαγόρευσαν την είσοδο των Ορθοδόξων στους χώρους της μονής καθώς η περιοχή χαρακτηρίστηκε ως στρατιωτική ζώνη.

Στη Χάλκη λειτουργεί μέχρι τις ημέρας μας και η Μονή του Αγίου Γεωργίου του Κρημνού, η οποία είναι ένα από τα τρία μετόχια του Παναγίου Τάφου στην Κωνσταντινούπολη. Η μονή τελεί υπό την εποπτεία του Πατριαρχικού Επιτρόπου της Εκκλησίας Ιεροσολύμων στην Κωνσταντινούπολη Αρχιεπίσκοπου Ανθηδώνος  Νεκτάριου, και εξακολουθεί να διατηρεί την αίγλη του.

Στις παρυφές αυτών των τριών οργανωμένων μοναστικών κοινοτήτων συναθροίζονταν πολλοί ασκητές οι οποίοι συγκεντρώνονταν γύρω από χαρισματικούς πνευματικούς. Εξέχουσα φυσιογνωμία των πνευματικών συνιστούσε ο μοναχός Ευστράτιος που ήλθε στο βουνό το 1832 για να ασκητέψει μέχρι το θάνατο του ακριβώς 30 χρόνια αργότερα ανάμεσα σε πλήθος υποτακτικών, οι οποίοι και συνέχισαν την παράδοση του. Με τον τρόπο αυτό δημιουργήθηκαν διάφορα μοναστικά καταφύγια, ιδίως εντός της πυκνής δασικής έκτασης στο νοτιοδυτικό ορεινό όγκο της Χάλκης, όπως η  πανάρχαια σκήτη της Θείας Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Χριστού, με την λαϊκή ονομασία «Μακάριος» που έλαβε από υπηρετούντα σε αυτήν μοναχό. Παρά το γεγονός ότι ο ναΐσκος της Μεταμορφώσεως ήταν μικρός με πενιχρή διακόσμηση και σε απόμακρη και απομονωμένη τοποθεσία, η σκήτη μαζί με τα κελιά της καταστράφηκαν ολοσχερώς την τραγική νύκτα της 6 – 7 Σεπτεμβρίου 1955 από τουρκικό όχλο. Το μένος αυτό των τούρκων εθνικιστών κατά της ταπεινής σκήτης του Μακαρίου ίσως σχετίζεται με την ονομασία της που προκαλεί οξύτατη αντιπάθεια στους εθνικιστικούς κύκλους της Τουρκίας. Ούτε είναι τυχαίο το γεγονός ότι οι τουρκικές αρχές αντιδρούν ακόμη και σήμερα στην επαναλειτουργία της σκήτης αυτής με το δασαρχείο να παρεμβαίνει κάθε φορά που επιχειρείται η αναστήλωση του ναΐσκου.

Πολύ καλύτερη τύχη είχε η γειτονική σκήτη του Αγίου Σπυρίδωνα στην τοποθεσία Αρσένιος, ονομασία που μνημονεύει τον κορυφαίο εκπρόσωπο του ασκητισμού της Χάλκης ο οποίος έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στα βουνά του νησιού.  Ιδιαίτερα αγαπητή φυσιογνωμία με ήπιο χαρακτήρα και μειλίχια συμπεριφορά, ο ηγούμενος Αρσένιος συνδέθηκε με τις αριστοκρατικές οικογένειες της ρωμιοσύνης που παραθέριζαν στη Χάλκη όπως οι τραπεζίτες Γεώργιος Ζαρίφης και Κωνσταντίνος Ηλιάσκος, ο μεγαλογιατρός του παλατιού Σπυρίδων Μαυρογένης και ο φαναριώτης Κωστάκης Ανθόπουλος. Οι προύχοντες αυτοί επισκεπτόταν συχνά με τις οικογένειες τους τον Αρσένιο και συζητούσαν με τον πνευματικό. Όταν λοιπόν καταστράφηκε ολοσχερώς η σκήτη στο σεισμό του 1894, οι εν λόγω εθνικοί ευεργέτες ανέλαβαν την ανοικοδόμηση της σκήτης η οποία και έλαβε τη σημερινή της μορφή. Μετά την ανοικοδόμηση ο Άγιος Σπυρίδων έλαβε πλέον μοναστική μορφή και ο τελευταίος ηγούμενος της Κυπριανός Στυλιανίδης, απόφοιτος της Ιερατικής Σχολής Ζιντζίντερε της Καππαδοκίας και του Πανεπιστημίου Αθηνών, ο οποίος υπηρέτησε στη μονή για 31 έτη,  απέθανε το 1964 μετά από σοβαρό τραυματισμό που υπέστη όταν Τούρκοι κλέφτες εισέβαλαν στο μοναστήρι το 1964.  Έκτοτε η μονή φυλάσσεται από φύλακα ενώ κάθε χρόνο ο Οικουμενικός Πατριάρχης τελεί την μνήμη του Αγίου Σπυρίδωνα στη Χάλκη. Είχα την μοναδική εμπειρία να παραστώ με την ιδιότητα του Γενικού Προξένου στις 12 Δεκεμβρίου 2003 στην πανηγυρική λειτουργία στη Μονή του Αγίου Σπυρίδωνα, η οποία και ήταν η πρώτη μου επίσημη συμμετοχή ως εκπρόσωπος της Ελλάδος στην Κωνσταντινούπολη στα ομογενειακά πράγματα.

Εξίσου σημαντική είναι η μοναστική παρουσία στην Πρίγκηπο με τρείς περιώνυμες μονές, με το μοναστήρι της Θείας Μεταμορφώσεως  του Σωτήρος Χριστού, κτισμένο μέσα σε ένα απέραντο πευκοδάσος,  να είναι ιστορικά το πλουσιότερο καθώς οι κήποι και τα αμπέλια του να καλύπτουν τεράστια έκταση από την κορυφή του ομώνυμου βουνού στην ανατολική πλευρά της νήσου και τις πλαγιές μέχρι θάλασσα.  Όταν όμως κατά το δεύτερο ήμισυ του 19ου αιώνα η Πρίγκηπος μετατράπηκε στο κορυφαίο παραθεριστικό προάστιο της Κωνσταντινούπολης, θεωρούμενη αντάξια της γαλλικής Ριβιέρας,  αυξήθηκε κατακόρυφα η ζήτηση για οικοδομήσιμα οικόπεδα με αποτέλεσμα μεγάλο μέρος της μοναστικής περιουσίας να πωληθεί σε ιδιώτες, συχνά με  αδιαφανείς διαδικασίες. Πάρα ταύτα η μονή δεν έχασε την αίγλη της καθώς η γειτνίαση των νέων θέρετρων της Πολίτικης αριστοκρατίας με την μονή είχε ευεργετικές συνέπειες για το μοναστήρι ο ναός της οποίας ανακαινίσθηκε το 1869 με γενναιόδωρες χορηγίες των ομογενών. Άλλωστε η μονή αυτή, η οποία σίγουρα προϋπήρχε της Αλώσεως, απέκτησε σταυροπηγιακό χαρακτήρα και φιλοξένησε αρκετούς Πατριάρχες μετά την απομάκρυνση τους από τον οικουμενικό Θρόνο. Πλούσιοι ρωμιοί και εθνικοί ευεργέτες είναι ενταφιασμένοι στο νεκροταφείο της μονής μεταξύ των οποίων ο Βασίλειος Ζαχάρωφ και ο Αλέξανδρος Ηλιάσκος. Σε κοντινή απόσταση από τη μονή αναγέρθηκε, με χρήματα της ευεργέτιδος Ελένης Γεωργίου Ζαρίφη το 1903 το Ορφανοτροφείο Πριγκήπου στο οποίο ο Πατριάρχης Ιωακείμ Γ΄ παραχώρησε, με συνοδική απόφαση τη διοίκηση, διαχείριση και επικαρπία της μονής και της ακίνητης περιουσίας της με την υποχρέωση να καταβάλλεται ένα συγκεκριμένο ποσό ετησίως στην Ιερά Θεολογική Σχολή Χάλκης. Η μονή υπέστη βανδαλισμούς κατά τη διάρκεια των Σεπτεμβριανών γεγονότων του 1955, ενώ απαγορεύεται η λειτουργία του Εθνικού Ορφανοτροφείου το 1964,  τα κτίρια του οποίου καταλήφθηκαν από το τουρκικό Δημόσιο. Μετά από ένα μακροχρόνιο δικαστικό αγώνα και αφού τον Ιούνιο του 2010 το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων αποφάσισε για την επιστροφή των κτιρίων στην ομογένεια, το τουρκικό δημόσιο προχώρησε στην εγγραφή του Ορφανοτροφείου στο όνομα του Οικουμενικού Πατριαρχείου με αποτέλεσμα ο λόφος του Χριστού να ξαναβρεί τον ιστορικό ρωμαίικο χαρακτήρα του.

Σταυροπηγιακή είναι επίσης και η μονή του Αγίου Νικολάου, η οποία είναι κτισμένη σε ειδυλλιακή τοποθεσία σε κοιλάδα μεταξύ των λόφων του Αγίου Γεωργίου και εκείνο του Χριστού, ενώ μπροστά του βρίσκεται ημικυκλικός κολπίσκος. Η μονή έλαβε τη σημερινή της μορφή αμέσως μετά  από το σεισμό του 1894 όταν υπέστη ριζική ανακαίνιση με την εκ βάθρων ανέγερση του ναού του Αγίου Νικολάου που ανέλαβε και έφερε εις πέρας ο μεγάλος ευεργέτης Παύλος Στεφάνοβικ Σκυλίτζης. Οι  χώροι της μονής χρησιμοποιήθηκαν  ως καταυλισμός ρώσων αιχμαλώτων του Κριμαϊκού πολέμου το 1855 – 1856, φιλοξενήθηκαν Λευκορώσοι φυγάδες μετά την Οκτωβριανή επανάσταση το 1917, Μικρασιάτες πρόσφυγες μετά το 1922 καθώς και τα παιδιά του Εθνικού Ορφανοτροφείου Πριγκήπου μετά το κλείσιμό του το 1964. Το μοναστηριακό συγκρότημα έπεσε σε παρακμή τα τελευταία χρόνια με ένα Συροχαλδαίο φύλακα να έχει εγκατασταθεί στο παλιό ηγουμενείο. Προσφάτως όμως με μέριμνα του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου βρίσκεται σε εξέλιξη η ανακαίνιση της μονής προκειμένου να επανακτήσει την ιστορική της αίγλη.

Ίσως η πλέον ενδιαφέρουσα μονή της Πριγκήπου είναι εκείνη του Αγίου Γεωργίου Κουδουνά, η οποία, σύμφωνα με την παράδοση, είναι μια εκ των αρχαιοτέρων της Κωνσταντινούπολης κτισμένη επί Νικηφόρου Φωκά το 963μ. Χ. Η μονή ερειπώθηκε κατά την 4η Σταυροφορία το 1204 όταν καταστράφηκε ολοσχερώς για να αποκτήσει ξανά ακτινοβολία πεντέμισι αιώνες αργότερα στις αρχές της δεκαετίας του 1750 όταν, σύμφωνα με πατριαρχικά σιγίλια, ο μοναχός Ησαΐας της έδωσε νέα πνοή και προοπτική, ως κτήτορας και ηγούμενος της. Το 1781, η μονή προσαρτήθηκε στην Αγία Λαύρα των Καλαβρύτων, εκπρόσωποι της οποίας ήταν δύο αξιόλογοι μοναχοί:  ο σχεδόν αιωνόβιος ηγούμενος Διονύσιος Παϊκόπουλος που υπηρέτησε σχεδόν 40 χρόνια στον Κουδουνά (1895-1936) και ο διάδοχος του ηγούμενος Κλεόνικος Γεωργίου (1936-1969) ο οποίος έφθασε στην Πόλη πολύ νεαρός το 1920. Λόγω της διασύνδεσης της μονής με την Αγία Λαύρα των Καλαβρύτων, οι εθνικιστικές κεμαλικές αρχές έθεσαν υπό τον έλεγχο τους σπουδαία ακίνητη περιουσία της μονής Κουδουνά το 1923, ενώ 60 χρόνια αργότερα το 1986 ξέσπασε πυρκαγιά που κατέστρεψε τα ιστορικά κελιά της μονής. Tο μοναστήρι έχει έκτοτε ανακαινισθεί.  αλλά δυστυχώς οι ατυχείς παρεμβάσεις έχουν αλλοιώσει τη φυσιογνωμία του και ο Κουδουνάς έχει χάσει την επιβλητικότητά του καθώς και την παραδοσιακή μορφή του. Παραμένει όμως ένας ιδιαίτερα αγαπητός προορισμός για τους χιλιάδες προσκυνητές, οι οποίοι ανηφορίζουν στον υψηλότερο λόφο της Πριγκήπου κάθε χρόνο  για να παραστούν στο μεγάλο πανηγύρι του Αγίου Γεωργίου και να προσκυνούν την θαυματουργή εικόνα του Αγίου.  Και δεν είναι απλώς οι χριστιανοί Ορθόδοξοι που προσεύχονται στο Αϊ Γιώργη τον θαυματουργό ζητώντας συνάμα την ευλογία των ιερέων μοναχών, αλλά κυρίως μουσουλμάνοι Τούρκοι που σπεύδουν στην μονή κατά χιλιάδες κάθε χρόνο στις 23η Απριλίου. Ας σημειωθεί ότι ο Κουδουνάς θεωρείται σήμερα το μεγαλύτερο προσκύνημα της Τουρκίας καθώς γύρω στους 30.000 προσκυνητές εκ των οποίων η μεγάλη πλειοψηφία Τούρκοι μουσουλμάνοι επισκέπτονται  ετησίως το ελληνικό μοναστήρι.

Δύο μοναστήρια έχει και η Αντιγόνη, το νησί που παραθέριζε η οικογένεια μου και όπου έζησα τις ωραιότερα παιδικά και εφηβικά μου χρόνια σε ένα τεράστιο ξύλινο αρχοντικό της περιόδου μπελ επόκ των Πριγκηποννήσων. Σήμερα το πανέμορφο αυτό οικοδόμημα έχει αλλοιωθεί καθώς οι νέοι Τούρκοι ιδιοκτήτες του φρόντισαν να χαθεί η μοναδική εκλεπτυσμένη αρχιτεκτονική του μορφή. Το σπίτι αυτό βρίσκεται στον ανηφορικό δρόμο που οδηγεί στο χαρακτηριστικό οροπέδιο της Αντιγόνης όπου συνεχίζει να λειτουργεί το ιστορικό μοναστήρι της Μεταμορφώσεως της Θεοκορυφώτου στο οποίο, σύμφωνα με μαρτυρίες δυτικών περιηγητών κυρίως του 16ου αιώνα, πρέπει να φυλάσσονταν σημαντικά βυζαντινά χειρόγραφα. Λόγω όμως της περίοπτης τοποθεσίας του στην κορυφή της νήσου οι Οθωμανοί κατεδάφισαν το μοναστήρι της Θεοκορυφώτου το 1630 με αποτέλεσμα να αγνοείται η περαιτέρω πορεία των χειρογράφων αυτών. Ας σημειωθεί ότι οι περισσότερες μονές στα Πριγκηπόννησα είχαν στην κατοχή τους βυζαντινά και μετα-βυζαντινά χειρόγραφα που όμως στη διάβα των αιώνων είτε έπεσαν θύματα στην φθορά του χρόνου είτε πωλήθηκαν σε διπλωματικούς των ξένων πρεσβειών της Κωνσταντινούπολης ή σε δυτικούς περιηγητές. Μόνο ένα μικρό μέρος εξ αυτών φυλάσσεται σήμερα στη βιβλιοθήκη της Ιεράς Θεολογικής Σχολής Χάλκης και στο Οικουμενικό Πατριαρχείο. Το 1896, κτίστηκε στα θεμέλια του παλαιότερου ναού νέος ταπεινός ναϊσκος, χωρίς η μετέπειτα ιστορία του να παρουσιάσει αξιόλογη δράση.

Στα μέσα του 17ου αιώνα και μάλλον τη δεκαετία του 1630, οικοδομικό υλικό από την ερειπωμένη μονή της Θεοκορυφώτου μεταφέρθηκε σε παραθαλάσσια τοποθεσία απέναντι από τη νήσο Πρώτη για την ανέγερση νέου μοναστηρίου του Αγίου Γεώργιου του Καρύπη κυρίως από Πελοποννήσιους μετανάστες που είχαν βρει καταφύγιο στην Αντιγόνη.  Κατά τα χρόνια πριν την ελληνική επανάσταση ο Άγιος Γεώργιος του Καρύπη χρησιμοποιήθηκε ως χώρος συγκέντρωσης των μελών της Φιλικής Εταιρείας, όπως άλλωστε και σε διάφορα άλλα μοναστήρια όπως η Καμαριώτισσα και ο Άγιος Γεώργιος του Κρημνού στη Χάλκη, αφού τα απομονωμένα από την Κωνσταντινούπολη τα αμιγώς ελληνοκατοικούμενα Πριγκηπόννησα θεωρήθηκαν ότι παρείχαν μεγαλύτερη ασφάλεια.  Μετά την επανάσταση, οι Πελοποννήσιοι μοναχοί του Καρύπη σφαγιάσθηκαν και η μονή υπέπεσε σε παρακμή, όπως άλλωστε και τα υπόλοιπα μοναστήρια των Πριγκηποννήσων από την οποία δεν κατάφερε να ξεφύγει μέχρι το μεγάλο σεισμό του 1894. Αμέσως μετά ο ευεργέτης μεγαλοεπιχειρηματίας της Πόλης Συμεωνάκης Σινιόσογλου που παραθέριζε σε έπαυλη δίπλα στη μονή προχώρησε στην ανοικοδόμηση της μονής του Καρύπη η οποία περατώθηκε το 1897. Ξεχωρίζει η θητεία του ηγούμενου Κωνσταντίνου Παϊκόπουλου, γνωστού στην Αντιγόνη ως παπα-Κώστα, ανιψιός του Διονύσιου Παϊκόπουλου ηγούμενου του Αγίου Γεωργίου Κουδουνα της Πριγκήπου. Ο αγαπητός στους Αντιγονιώτες παπά-Κώστας υπηρέτησε στη μονή του Καρύπη από το 1928 έως το 1974, όταν οι τουρκικές αρχές τον απέλασαν «ως ανεπιθύμητο».

Τέλος, στη Πρώτη, το μικρότερο των τεσσάρων κατοικημένων νησιών της  συστάδας των Πριγκηποννήσων  που σήμερα κατοικείται από μέλη της Αρμενικής και Συροχαλδαίικης κοινότητας, λειτουργεί η μονή της Μεταμορφώσεως του Χριστού. Αρχαία βυζαντινή μονή συνδεδεμένη με τον Αυτοκράτορα Ρωμανό Διγενή, διένυσε μακρά περίοδο παρακμής για να ανακαινισθεί από τον μεγάλο Πατριάρχη του Γένους Ιωακείμ Γ΄. Με χορηγία του εθνικού ευεργέτη Συμεωνάκη Σινιόσογλου, η ανοικοδόμηση της μονής της Μεταμορφώσεως ολοκληρώθηκε στα τέλη του 190υ αιώνα και ο οραματιστής Πατριάρχης Ιωακείμ έσπευσε να την μετατρέψει σε γυναικείο μοναστήρι με σκοπό την εγκατάσταση και λειτουργία ενός Εθνικού Ορφανοτροφείου Θηλέων η τελετή των εγκαινίων έλαβε χώρα το 1906. Το Ορφανοτροφείο Θηλέων Σινιόσογλου λειτούργησε στη Μονή της Μεταμορφώσεως μέχρι το 1927 αν και μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και την Ανακωχή είχαν βρει εκεί, για ένα χρονικό διάστημα, στέγη ομάδα Λευκορώσων προσφύγων. Κατά την πατριαρχεία του Αθηναγόρα (1949 – 1972) η μονή Μεταμορφώσεως Χριστού λειτούργησε ως θερινή στέγη εργαζομένου κοριτσιού και παιδούπολη, ενώ ο Οικουμενικός Πατριάρχης της έδωσε νέα ώθηση εκσυγχρονίζοντας το καλοκαιρινό πρόγραμμα φιλοξενείας των παιδιών της ομογένειας στη νήσο Πρώτη.

Εν κατακλείδι μπορούμε να πούμε ότι η πορεία των μονών επιβεβαιώνει ότι τα Πριγκηπόννησα διατήρησαν για αιώνες ακέραια την ελληνορθόδοξη φυσιογνωμία τους.  Όπως παρατηρεί ο πρέσβυς των ΗΠΑ Samuel Cox, σε έργο για τα Πριγκηπόννησα που εξέδωσε στην Αμερική το 1887, τα νησιά αυτά παρά το  ότι βρίσκονται υπό οθωμανικής κυριαρχίας «παραμένουν πάντα νησιά της Ελλάδος», ενώ υπογραμμίζει πόσο έμεινε εντυπωσιασμένος από «τα μοναστήρια της Ορθόδοξης Ελληνικής Εκκλησίας, κτισμένα σε ειδυλλιακές τοποθεσίες, τα οποία δεσπόζουν στις κορυφές των βουνών των νησιών αυτών».

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η κατάσταση αυτή ενοχλούσε ιδιαίτερα την κεμαλική εθνικιστική Τουρκία. Η κυπριακή κρίση του 1964 – 1974 έδωσε την ευκαιρία στην Άγκυρα να επιβάλει περαιτέρω έλεγχο και να θέσει περιορισμούς στην δραστηριότητα των μονών στα Πριγκηπόννησα.  Στο πλαίσιο αυτής της πολιτικής έκλεισε το Εθνικό Ορφανοτροφείο Πριγκήπου το 1964 και απαγόρευσε τη λειτουργία της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης το 1971. Ωστόσο ίσως είναι λιγότερο γνωστό ότι την περίοδο εκείνη  οι τουρκικές αρχές αφαίρεσαν αυθαιρέτως από τις μονές των Πριγκηποννήσων τον μειονοτικό βακουφικό χαρακτήρα τους,  δηλαδή  το δικαίωμα τους να διαχειρίζονται και να ελέγχουν την μοναστηριακή τους περιουσία,  που προβλέπει το Άρθρο 40 της Συνθήκης της Λωζάννης. Ως αποτέλεσμα, υπήχθησαν στην ειδική κατηγορία των «κατειλημμένων» (mazbut) ευαγών ιδρυμάτων με την επίκληση της αρχής res derelictae, δηλαδή της μη εκπλήρωσης πλέον του σκοπού για τον οποίο ιδρύθηκαν. Το πρόσχημα αυτό ήταν σαφώς σαθρό, καθώς στη δεκαετία του 1960 οι Έλληνες της Πόλης αριθμούσαν άνω  των 60.000  και τα μοναστήρια της ρωμιοσύνης έσφυζαν  από ζωή, μια παράδοση που συνεχίζει μέχρι της μέρες μας. Αγνοώντας την πραγματικότητα αυτή, η Άγκυρα τοποθέτησε σε κάθε ένα από τα μοναστήρια εποπτεύοντα Τούρκο «επίτροπο» (kayyum) με δικαιοδοσία να διαχειρίζεται κατά το δοκούν την ακίνητη περιουσία των μονών των οποίων τα ακίνητα, σε ορισμένες περιπτώσεις είναι, ακόμη και σήμερα, πολυάριθμα. Αντιμέτωπο με την κατάσταση αυτή το Οικουμενικό Πατριαρχείο, στην αρμοδιότητα του οποίου ανήκουν τα περισσότερα ελληνορθόδοξα μοναστήρια,  προσέφυγε στην τουρκική Δικαιοσύνη για την επιστροφή τους. Οι δίκες αυτές συνεχίζονται και καθώς ήδη εξαντλούνται τα εσωτερικά ένδικα μέσα η υπόθεση των μονών θα μεταφερθεί σύντομα στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

Έντονη είναι η ελπίδα στους κόλπους του Φαναρίου και της ρωμιοσύνης ότι έχει ξεκινήσει πλέον  η αντίστροφη μέτρηση για την  αποκατάσταση μιας μακρόχρονης και κατάφωρης αδικίας.

 

Print Friendly, PDF & Email

 

 

 

Print Friendly, PDF & Email
Φοιτητική Εστία Πανεπιστημίου Αθηνών, ΦΕΠΑ